Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Η αλλεργία .

Σκηνοθέτησε την ζωή της 
πάνω σε μια τραπεζαρία 
που έβλεπε,
σε ένα γεμάτο από κουτσουλιές ,μπαλκόνι. 

Βρεθήκαμε γυμνοί και άπραγοι 
μπροστά στις βιαιότητες της μοίρας.
Γελάσαμε.
Κλάψαμε .
Στην τελική,
σκοτώσαμε και κάποιους.


Ωραία ήταν,
καθώς στεκόμασταν με γουρλωμένα μάτια 
να κοιτάζουμε τα μαύρα κοράκια 
που μας κατασπάραζαν.

Τα χέρια της
κάτω απ΄το τραπέζι
αμήχανα,
υγρά
και μουδιασμένα.


Τέσσερα από τα δέκα δάχτυλα
μπλέκονταν μεταξύ τους
και αποζητούσαν 

την συμπόνια των δύο που περίσσευαν.

Το δέρμα ούρλιαζε στον  ιδρώτα
"Μη,μη με χτυπάς άλλο
κρυώνω 

και αργοπεθαίνω εξαιτίας σου. "

Εκείνη συνέχιζε να λέει 

πως φταίει η υπερευαισθησία τους δέρματος της.
Και τότε,όλοι οι εν ζωή οργανισμοί,σωπάσαν.
Σα να ξέραν.

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

Δίπλα στα τρένα,έχε γεια προσφυγιά .

Ένα λεπτό σκοινί
απλώθηκε στην απέναντι όχθη,
με ελπίδες κρεμασμένες και μουχλιασμένες,
παρόμοιες με εκείνες της γειτόνισσας 
που σακατεύτηκε από τον άνδρας της.
Η υγρασία,
τα ξεπάστρεψε όλα στο πέρασμα της.

Μούχλιασαν τα όνειρα και οι ζωές τους,

πριν προλάβουν να διαβούν,
τον δύσβατο τούτο δρόμο της ελευθερίας.

Χόρεψαν μες την βροχή 
με χέρια πεσμένα 
δίπλα από τα τρένα. 
Αυτά τα τρένα φαντάσματα 
που τους υπόσχονταν δειλινά 
γεμάτα θαύματα. 

Χόρεψαν κι δύο μικρές 
σαν τα φύλλα του πλατάνου 
που χάνονταν σε ρεύματα 
και στοιχειωμένα βλέμματα.

Κι αν μας αγκάλιασαν μια και δυο φορές 

σε ΄κείνα το χρωστάμε, 
που μας φύλαξαν για το αύριο 
βροχές με ήλιους,σε γκρίζες πολιτείες
και ζωές σε δήμους με άδειες ιστορίες. 


Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Το κόκκινο πορτατίφ.

Ήρθε στο δωμάτιο, 
με τρεμάμενη φωνή   
και όλο το θάρρος που της δόθηκε στη ζωή
και μου ζήτησε τον λόγο 
της τόσης σκοτεινιάς.

"Άναψε κανα φως,
δεν φαίνεται τίποτα εδώ μέσα.."
Και πάτησε τον διακόπτη
του κόκκινου πορτατίφ.

Έβλεπε αρκετό σκοτάδι στα μάτια μου.
Δεν άντεχε τόσο και στον χώρο μου.

Ήρθαν οι πουτάνες,
να μας θυμίσουν τι σημαίνει 
να ζεις με ένα κόκκινο φως πάνω από το κεφάλι σου
ώστε να μην πέσεις στην δική σου κόκκινη κόλαση. 

Κι εμείς,
τις απορρίψαμε ως σκουπίδια της κοινωνίας 
που παλεύουν να μείνουν ζωντανές
σε κάποιο στενό τους δρόμου. 

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

Θεατές χωρίς αιτία.

Μια χτυπημένη χαρτοπετσέτα.
λιωμένη από τους τροχούς των αυτοκινήτων στη Βασιλής Σοφίας,
κείτεται εκεί κάτω
αιμόφυρτη,σκισμένη 
σαν εκείνα τα λευκά κορμιά 
που πέφτουν άμαχα και θύματα 
στην ίδιας τους την άβυσσο. 

Πώς θα νιώσουμε,
αν δεν φάμε τα μούτρα μας 
στην ίδια μας την άσφαλτο ; 

Και η ζωή μας,
μέσα σε κόκκινα σινεμά 
στης Πατησίων τα στενά 
τη χαραμίσαμε. 

Να μοιάζουμε σκισμένοι,
σαν τα διακεκομμένα κουτιά των ποπ-κορν.
Να θυμίζουμε θεατές,
κάποιων ανεκπλήρωτων ονείρων,
με μουσκεμένα μάτια
και κοκκινάδια στα χείλη μας. 

Κλόουν θλιμμένοι,
πρωταγωνιστές της μεγάλης οθόνης 
και 
κομπάρσοι της μικρής μας ζωής. 

Κι είναι αυτά τα βλέμματα,
τα επικριτικά,
τα άδεια,
τα σχολαστικά 
και τα τρισάθλια
των αντρών και των χαρτογιακάδων και των γερόντων,
που βιάζουν τις ψυχές μας.

Τις βιάζουν αισχρά,αργά και βασανιστικά,
δίχως όνειδος. 
Τις βιάζουν,
πριν δείξουμε 
τις αγνές μας παλάμες 
και τα γυμνά μας μπούτια.
Πριν καν δείξουμε,
την νοσταλγία των ματιών μας
για εκείνα τα άδεια δωμάτια 
που τα επιθυμούμε γεμάτα.

Μας βιάζουν,
πριν καν μας κοιτάξουν.

Κι εμείς απλά,
θεατές χωρίς αιτία. 

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

Ο καφές μου.

Ξυπνούσα πάντοτε αργά.
Με έβρισκε το απομεσήμερο

κάτω από τα παπλώματα
μουδιασμένη,τσαλακωμένη και με κοκκινίλες .
Κάθε χειμώνα,
ο γλουτός μου υπέφερε 
εξαιτίας εκείνης της  ακινησίας που διατηρούσα στον ύπνο μου. 

Μόλις άνοιγα τα μάτια
το πρώτο πράγμα που σκεφτόμουν 
ήταν ο καφές και το τσιγάρο,
μπας και ξεμουδιάσω 
μήπως και φύγουν 
οι γραμμές από το δέρμα που μου είχαν δημιουργήσει τα σεντόνια. 

Είχα μια περίεργη σχέση 
με τον καφέ.
Τον λαχταρούσα 
κάθε μαύρο πρωινό 
και τον λησμονούσα 
τα παγωμένα βράδια,που ήταν κάτι σαν απαγορευμένο 
να πίνεις βράδυ τον καφέ σου.
Το έκανα όμως. 


Όταν τον έφτιαχνα μεσημέρι,
δε τον τελείωνα ποτέ.
Όχι γιατί δεν μου άρεσε.
Απλώς φοβόμουν.
Φοβόμουν,
μήπως και ξυπνήσω το επόμενο πρωί 
και δεν είχα καφέ να πιω. 

Ήταν που έφταιγε ο φόβος της απώλειας
και διάολε ,
το μισούσα όλο αυτό .
Μισούσα να χρειάζομαι .


Ήθελα όμως να είμαι σίγουρη,
ότι κάθε γαμημένο και ανιαρό πρωινό
θα υπάρχει μια κούπα μαύρου καφέ
να με περιμένει στο γραφείο μου . 




Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2015

Μια καταστροφή.

Με βλέπει πιωμένη
σχεδόν κάθε βράδυ .
Βλέπει να αυτοκαταστρέφομαι 
και σκίζεται μέσα της,
γιατί βλέπει εκείνη στο παρελθόν. 

"Ξέρεις πόσες φορές 
είδα τα μάτια σου 
στα μάτια μου,
τις νύχτες που γυρνούσα 
λιωμένη απ'το ποτό,
στον καθρέπτη ; "

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Το σφίξιμο των χεριών μου.

Πως γίνεται η ομορφιά και η ασχήμια 
να συνδυάζονται μαζί ;

Από το δωμάτιο,
ακουγόταν εκείνη η εκκωφαντική μελωδία της δυστυχίας
και από το δίπλα διαμέρισμα τα αυτοκτονικά δελτία των 8.
Ίσως όμως,
αυτή η άνεση,
των - ας το πούμε - δημοσιογράφων,
να αραδιάζουν τα ψέματα τους,
να ήταν σωτήρια για την ώρα που βίωνα. 

Έσφιξα τις παλάμες μου,
γερά,
ώστε να φουσκώσουν οι φλέβες μου.
Τις έσφιξα,
πάνω από τον γαλάζιο νιπτήρα,
για να μην τον σπάσω 
γιατί εκεί είχα αφήσει τον τελευταίο καιρό 
τις σκέψεις μου ανέγγιχτες και αβοήθητες. 

Δεν ήξερα τίποτα,
ούτε τι θα ερχόταν.
Πήρα τα τσιγάρα μου και πήγα βόλτα τον σκύλο μου 
λέγοντάς μου
"Ποιος ξέρει,
ίσως σε εκείνο το σκοτεινό παγκάκι τελειώσουν όλα."