Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

Χολή.

Θολή όραση από τα φάρμακα.
Τους φαρμακώνετε 
με "περίσσια" ανθρωπιά.
Φάρμακα και φάρμακα.
Να μην βλέπουν.
Να μην ακούν. 
Να αγνοούν 
και να πενθούν. 

Ένα χέρι βοηθείας 
ούτε καν να απλωθεί.
Είναι πλέον θαύμα αν θα σωθεί.
Και δεν φαντάζεσαι 
πόσο σιχαίνομαι τις ομοιοκαταληξίες. 
Όμοια θα καταλήξουμε όλοι μας
στον θάνατο.
Αν είναι να γίνεις καλά,
θα περάσει μόνο του ο,τι είναι. 

Μας έπεισαν πως είμαστε όλοι άρρωστοι.
Με αδύναμο μυαλό,
μαλακή σάρκα για φάγωμα
και οστά εύθραυστα,
φτιαγμένα από γυαλί.

Σας μισώ.
Εσάς τους γιατρούς.
Τις φαρμακοβιομηχανίες,
τα επιτεύγματα 
και την προχωρημένη τεχνολογία σας
για την καλύτερη εξασφάλιση 
της ζωής του ανθρώπου. 

Σας σιχάθηκα,
που φτιάξατε έναν κόσμο πλάνο 
και ιδεατό 
ικανό να υπάρξει 
μόνο στα μάτια των "μεγάλων".

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Ερωτικά παράξενη.

Έχω, 
μια παράξενη συνήθεια.

Να συνδέομαι ερωτικά,
μ'εκείνους που τους μαύρισε η ψυχή
πριν ακόμα το καταλάβουν.
Μ'εκείνους τους τρελούς και τους αλλοπαρμένους,
που μου εκμυστηρεύτηκαν 
κάθε χιλιοστό 
της ζωής τους,
χωρίς συμβιβασμούς και δισταγμούς. 

Κι ας μην το έμαθαν ποτέ.

Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Οι κασέτες που χάθηκαν.

Φωνή μάνας ακούστηκε,
θέλοντας κάτι να μου πει.
Άσχημα σκέφτηκα εγώ.
Όχι όμως,όχι.
Απλά μου χάρισε συλλεκτικές κασέτες,
που τις βάζεις στο κασετόφωνο 
και ακούς το γουργούρισμα τους.
Ξέρει,
πως με τα μικρά πράγματα ευχαριστιέμαι.
Ο,τι κι αν είναι.

Ήρθε εκείνος ο κύριος
και δώρισε τις κασέτες 
στην μητέρα μου.
Σε τρεις μήνες,
πεθαίνει από καρκίνο.
Τον τρώει κι αυτόν
και του παίρνει τις αναμνήσεις
που η μουσική του έφτιαξε.

Από τα γράμματα καταλαβαίνεις τον άνθρωπο.
Ήρεμος,γαλήνιος φαινόταν
και τώρα δεν μιλιέται.
Και οι κασέτες αυτές,
με 28 χρόνια στις "πλάτες" τους,
με τραγούδια γραμμένα ακόμα και στην Αμερική,
ξέρεις,
εκείνα της ξενιτιάς και της εργατικής τάξης,
που γράφτηκαν για να μην ξεχαστούν
απ'τους δικούς τους. 

Χτυπάω τις κασέτες,
πάνω κάτω,πάνω κάτω
και κάνουν εκείνον τον περίεργο ήχο
κτουκ  κτουκ , κτουκ  κτουκ
σαν ξεχαρβαλωμένο,σκονισμένο ρολόι,
ξαναγεννώντας
τις μελωδίες που πήραν μαζί τους 
αυτοί που πέθαναν 
και θάβοντας εκείνες
που δεν βγήκαν ποτέ από τα λαρύγγια και τις χορδές.

Και εγώ νιώθω τυχερή,
που τις απέκτησα
από έναν άνθρωπο που πεθαίνει
και δεν θέλει να πεθάνουν κι αυτές μαζί του.
Και ίσως,

πάλι εγώ θα είμαι η τυχερή
που μετά από χρόνια σε κάποιο πόλεμο
θα βρεθώ στα χαλάσματα ενός σπιτιού

αναζητώντας παλιές κασέτες
και ξεγραμμένα ημερολόγια.

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

Τα γρήγορα της βροχής.

Βρέχει πάλι,
βγαίνω στο μπαλκόνι 
κάνω το τσιγάρο μου
και απλώνω τα χέρια στον ουρανό
να τον αγκαλιάσω 
για την κάθαρση που μου προσφέρει.

Η βροχή δεν τελειώνει ποτέ,
μόνο σταματάει,
Και ενώ βρέχει τα ακροδάχτυλα των ποδιών μου
βουλιάζω στον βάλτο των σκέψεων
και στην περιδίνηση που μου προσφέρει
στα αχαρτογράφητα μονοπάτια του μυαλού. 

Οι μικροί πρόσφυγες.

Ο Σάκης,
έγραψε το όνομα του
στις όχθες ενός ποταμού 
που θα διέσχιζε μετά τον πόλεμο,
ελπίζοντας να μην πνιγεί.

Ο Σάκης,
έγραψε το όνομα του στον ήλιο
με την ελπίδα να μην το κάψει,
καθώς περπατά
στα μονοπάτια της ελευθερίας.

Και ο Κασίμ,
χάραξε  και το δικό του όνομα
στον τοίχο ενός φάρου,
ώστε να μην ξεχαστεί
την ώρα που θα πνίγεται 
στις θάλασσες της Μεσογείου.

Ο Σάκης και ο Κασίμ όμως,
ζωγράφισαν και νίκησαν. 



(αφορμή του κειμένου αποτέλεσαν οι ζωγραφιές μικρών προσφύγων.)

Τα τραγούδια που μιλούν.

Συνηθίζω να μην ακολουθώ 
εκείνους που μου χαλάν 
την μουσική αρμονία 
μέσα στο κεφάλι και τ'αυτιά μου. 
Τους μισώ.
Κι ακόμα περισσότερο,
αν δεν τους αρέσουν 
τα τραγούδια μου.

Και τι πάει να πει 
δεν μπορείς να χορέψεις 
το τραγούδι μου ;;;
Ακόμα κι όταν μιλάς,
κουνώντας τα χέρια σου
χορός είναι,
που βγάζει συναισθήματα και λέξεις.

Αν δεν μπορέσεις να χορέψεις
το τραγούδι της βίας,
είσαι μέρος της.
Αν δεν μπορείς να νιώσεις την ανατριχίλα
είσαι κομμάτι της αδράνειας.

Γι'αυτό σε μισώ,
γιατί τα τραγούδια εκείνα που μιλούν,
δεν γράφτηκαν για σένα.
Μα για 'μένα
και για κείνο,
που θα τα ζήσει χορεύοντας τα. 

Εποχ(τ)ές.

Εκείνη η βροχή της άνοιξης,
που ποτίζει το χώμα 
και μυρίζει η καρδιά της γης.
Σε ώρες μουντές
και ανιαρές 
σαν τις ώρες 
της άχαρης ζωής μας.

Άνθισαν τα λέλουδα 
κι ετσακίστηκε η ψυχή μου
από τούτη δα
την απλότητα,
που προσφέρει η υγρασία.

Κι αυτή η μούχλα,
εκεί,
μια αιωνιότητα,
να επισκιάζει 
κάθε μου επιθυμία.
Και να φεύγει,
μαζί με το έαρ και το θέρος,
στο τέλος κάθε φθινοπώρου,
κι εγώ ανίκανη πια
άρχισα να ξεθωριάζω,
σε τούτο τον κόσμο.