Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Περιδίνηση.

Ζεστή σαν είναι η θάλασσα 
κρύους νεκρούς δεν θέλει να πενθεί στα άπατα.
Φραγμό δεν έχει ο πόνος 
και κρύβει την σιωπή της στ'άδυτα.

Στριγκός ο ήχος των λυγμών
στην άνιση μάχη των παθών.
Ισόθεα την κάνει με το πέρας 
μαυλίζοντας τα δάκρυα στο πέρασμα της μέρας. 

Άφρων την φώναζαν, μπας κ σώσει την λίγη λογική της
μα κείνη σα να βύθιζε σκαρί μες στη σιγή της. 
Και το εκηβόλο όπλο της, είθε να'ναι η δύναμη της
μπουκάροντας στις δίνες της, χωρίς την σύμπραξή της. 

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020

Οι πεινασμένοι γλάροι.

Του εξηγούσε πως οι γλάροι του Πειραιά 
είναι πεινασμένοι, όχι μόνο από τροφή 
μα κ από αγάπη.
Χάνουν τον ύπνο τους, να ψάχνουν στα θολά νερά
ένα ξεροκόμματο να τραφούν
και φτάνουν να κάνουν συμβιβασμούς με τα πουλιά της στεριάς,
Κάτι λειψό να τους πετάξουν, να στυλωθούν έστω κ λίγο.
Ποιος;! Ο γλάρος!
Άκου να δεις καμώματα
μες στα θαλασσώματα.
Τον ρωτάει λοιπόν :


«Ακόμα δεν με αγαπάς;»
«Πρέπει να κοιμηθώ.» Αποκρίθηκε.
«Και όταν πρέπει να κοιμηθείς, δεν επιτρέπεται να μ'αγαπάς;
εγώ πεινάω, αγάπησε με!»
«Έχω σκάσει.» Να της λέει...
«Θα με αγαπήσεις μάλλον αύριο ε; Που θα 'χει τροφή για πέταμα από τα βαπόρια...
Και εντάξει, σήμερα ήταν παγκόσμια ημέρα αγάπης και δεν με αγάπησες καθόλου.
Είναι κι αυτό μια τροφή, για σκέψη, γλάρε μου!»
«Εσύ φταις.» Κατέληξε εκείνος. 

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019

Γδάρτης.

Προσευχόταν η καψερή
να΄ναι πολύχρωμες οι μέρες μας
σαν γεμιστά μες στο ταψί,
πράσινα και κόκκινα και μελιτζανί,
ερχότανε σε κάθε δοκιμή
για να ζυγιάσει την ζωή.

Απομεσήμερο τα 'βγαζε απ'το φούρνο
να τα στοιβάξει στο παραθύρι απάνω,
να δει την ευτυχία να 'ρχεται
σαν τον έσπερο,
στο αστεροδιάστιχτο στερέωμα από κάτω. 

Και μες στις λεμονιές,
μες του Μάρτη τις γιορτές
είναι η άνοιξη πλανεύτρα 
που μας ζει στα δυο της χέρια.

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2018

Θάλασσα νούμερο 31.

Κάθε φορά μου ανοιγόμουν,
τα κύματα χτυπούσαν κάτω απ΄τους αγκώνες. 
Με τον τρόπο της η θάλασσα 
μου έτρωγε τους λαγόνες.
Έμπαινα στον βυθό, 
να πάρω ανάσα στο κρυφό.
Η θύμηση είναι λησμονιά 
κ η σκέψη κρότος.
Στεκόμουν μες στο πέλαγος 
να δω εκείνα που δεν βλέπονται 
που χάνονται και φθείρονται,
βουλιάζουν και συνθλίβονται 
στην άμμο μέσα βαθιά 
βαλτώνουν και συντρίβονται. 

Η θάλασσα είναι ο μόνος τόπος
που θα σε χρησιμοποιήσει 
για το ίδιο, το δικό σου, το τραγικό το τέλος. 




Κυριακή Νοέμβρη.

Δεν θέλω να φεύγεις κάθε πρωί. 
Θέλω να μένεις
να με ζεσταίνεις,
κάτω απ΄τη κουβέρτα να με χαϊδεύεις.
Να ξυπνάς το πρωί και να μου φιλάς τα μάτια
να πάψουν πια να είναι υγρά και άδεια.
Να βρίσκουν καταφύγιο κάτω από τα βλέφαρα μου
τα χείλη σου με γέλιο σαν βρεθούν μπροστά μου.

Κι εγώ να μένω.
Να μην φεύγω κάθε τρίτη μέρα για καιρό
να είμαι εκεί να σε ξυπνώ
να έρχομαι να σου χτυπώ με χάδι
να μου ανοίγεις, 
να μπαίνω μέσα σου το βράδυ.
Να'ναι κάθε μέρα Κυριακή 
και κάτω από δέρμα μου να νιώθω τη βροχή. 

Θέλω να μην είναι κρύα πια
τα χέρια μου τα βράδια.

Κι ας φεύγεις κάθε πρωί
κι ας φεύγω κάθε τρίτη μέρα για πολύ.

Τετάρτη 16 Μαΐου 2018

Επιλογές του Άδη.

Τα ράμματα κάτω απ΄τη κοιλιά
είναι στο χάος των βελονωκλωστών.
Ζω σαν θαύμα στην τροχιά
εκείνων που σωπάσαν στο τέλος των γκρεμών.

Δεν τεντώνει πια ο χρόνος των καιρών,
ξεφτίζουν οι ραφές και σχίζουν
μες τ'αποκαΐδια των βωμών
αρχίζουν να θερίζουν.

Λιβάδι με ασφόδελους 
λησμόνησε η Περσεφόνη
γύρισε και κοίταξε τους πόθους και τους πόνους,
απόηχος που χάθηκε στου κόσμου το μπαλκόνι
και στέρεψε η αντοχή 
στον θρήνος της ζωής.

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2018

Φύρδην Μίγδην.

Ο,τι κι αν γράψεις στην άμμο 
η θάλασσα θα το σβήσει.
Ήμουν εκεί κρυμμένη 
το έβλεπα κάθε φορά να συμβαίνει. 
Χαμήλωνα τα τείχη,
να την αφήνω να μπαίνει,
να με δροσίζει 
και ξαφνικά να φεύγει, 
κ' όποτε το έκρινε να μου δημιουργεί αλυκές,
προστατευόμενες περιοχές
απάνω σε απροστάτευτες πληγές. 

Στην πολυπλοκότητα του σύμπαντος, 
εγώ να με βλέπω επειδή υπάρχω 
μέσα στις χιλιάδες πιθανότητες 
μια διάστασης που δεν αντιλαμβάνομαι.
Διάσταση και τύχη 
τείχη και διάθεση.

Έτσι δεν τα 'χαμε πει; 
Ευτυχώς που δεν επηρεάσαμε τις ζωές μας με αρώματα 
και κοιμόμαστε ήσυχοι σαν μαλάκες μες στα χώματα.
Πριν το σούρουπο,
να τραβάμε δυο ψιλές
βγαίνοντας αβρόχοις ποσίν ζωντανοί
μέσα στης ανυπαρξίας μας το χτες.

Ήταν εκείνη που μου 'χε πει,
"ελπίζω σήμερα να υποφέρεις λιγότερο."