Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Μουτσούνα.

Παραμυθένιο φεγγαράκι 
τούτος ο τόπος έχει 
και με αγέρα 
που τα δέντρα γέρνει.

Έχει τον ήλιο,
που αναψοκοκκινίζει γλυκά το πρόσωπο σου
και την αμμουδιά,
που σαν χρυσόσκονη κολλάει στο μέτωπο σου.

Γλυκά τα καλοκαίρια
με ροζαλένια πρόσωπα 
με καψίματα στις πλάτες 
και στα πόδια βότσαλα.

Το απέραντο της το γαλάζιο
σ'αγκαλιάζει και σε πνίγει με μανία,
στα άδυτα νερά της
θάβει κάθε της ελπίδα να μην της μοιάσεις.

Μα καίγονται τα πόδια μου
σαν πατώ στα χώματα της
και σκιρτάει η καρδιά μου
με το θρόισμα των φύλλων.

Είναι,
που ίσως φοβάται μην ξεχαστεί
από τους ανθρώπους που την γέννησαν 
και από αυτούς που την βουλιάζουν. 

Ίσως.

Κατηφορίζεις 'κείνο τον μικρό λοφίσκο
και σου χαμογέλασα
σα να σ'αγκαλιάζω 
με τα μάτια μου. 

Όπως η θάλασσα φιλά την αμμουδιά 
με ένα χαμόγελο φαρδύ,καμπυλωτό και άγαρμπο
με μόνο σκοπό,
να πονέσεις από την τόση γλύκα.

Ίσως και να σε περίμενα 
εκείνο το απόγευμα στη παραλία.
Ίσως όμως πάλι 
-πιθανότερο μου φαίνεται-
να περίμενα τον γλάρο Ιωνάθαν 
να με πάρει 
και να με χάσει μεσοπέλαγα. 

Ίσως η μόνη ελπίδα 
να ήταν εκείνο το πέταγμα
της ελευθερίας 
ή 
στην τελική,
να ήταν ο γλυκός καφές σου
που ακουμπούσαν τα χείλη σου. 

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Ο Ιούνης μου.

Και κοίτα να δεις 
που τελικά ξεγελάσαμε την πραγματικότητα 
που θα μας έπαιρνε μακριά 
ο,τι πολυτιμότερο είχαμε.
Δεν ξέρω αν ήταν κάτι συγκεκριμένο...
Αυτό που χτίσαμε όμως 
και αυτό που συνεχίζει 
να ορθώνεται μπροστά μας,
σε δύσκολες για εμάς συνθήκες,
παραμένει ακλόνητο 
όπως οι ιδέες μας,
για την αλλαγή 
τούτου του κόσμου,
που μας τρώει όλα μας τα όνειρα.

Ανεβήκαμε στην ταράτσα σου 
και ο ήλιος
δεν είχε ανατείλει ακόμη.
Κι εμείς οι δύο,
απλά καπνίζαμε 
σα να μην υπάρχει αύριο,
περιμένοντας 
- αβοήθητοι κ' ολομόναχοι - 
να πεθάνουμε,
στην δίνη του τυφώνα.

Εκείνο
το χαμόγελο του έρωτα
μας έσωσε,
μας γιγάντωσε την ηδονή
που τόσο αποζητούσαμε 
πουλί μου...
Σαν θεριό που βρυχάται 
για την λύπη αυτού του κόσμου.
Η κατάκτηση,
εκείνης της στιγμής,
ήταν από τα μεγαλύτερα 
κατορθώματά μας.
Αυτό κι αν δεν μπορούν
να μας το κλέψουν.

Εμένα,
ο Ιούνης μου δεν βρέχεται,
παρά μόνο φωτίστηκε 
με την ομορφιά των ματιών σου .
Κι εσύ,

σαν μικρό παιδί 
με δυο πυγολαμπίδες στα χέρια σου
ήσουν έτοιμος,
να τις χαρίσεις 
στο κορίτσι που αγαπάς .

Μην ματώνεις τα χεράκια σου,
σε παρακαλώ 
καρδιά μου...
Καλύτερα να ποτιστεί 
με αίμα κόκκινο η ψυχή μας 
παρά να λερωθούν τα χέρια μας.
Κι εγώ,
τα Παρίσια,
του κόσμου όλου 
θα στα χαρίσω,
απλόχερα
δίχως δισταγμούς.
Έστω για να σε φιλήσω 
για στερνή φορά.

Και θέλω να 'ρχομαι 
να μου δανείζεις τα βιβλία σου,
να σου αφήνω μικρά πραγματάκια 
και να τα 'χεις να γελάς .
Και ύστερα από κάθε καλοκαίρι,
πριν το φθινόπωρο τα κατασπαράξει όλα,
θα σου τα επιστρέφω
- δήθεν για να μην στα κλέψω -
μα μόνος σκοπός μου
θα'ναι να σε δω. 

Θ'αφήσω τα προσχήματα 
και θα ζητήσω
- δίχως κανένα αντάλλαγμα - 
το χαμόγελο που μου χάρισες 
την βροχερή νύχτα του Ιούνη,
την στιγμή του έρωτά μας.
Μου λείπεις,
πριν ακόμη σε αποχωριστώ.
Είναι στην φύση μας,
από την μοίρα μας γραμμένο 
να ζούμε σαν κυνηγημένα πουλιά 
που βρίσκουν 
την σωτηρία για διαφυγή 
στο τέλος κάποιου δειλινού. 

Τούτη η προσμονή 
της επόμενης φοράς 
- που θα'ναι πάντα 
σαν την πρώτη 
και την τελευταία - 
θα μας καταστρέφει 
μέχρι το τέλος.
Χωρίς έλεος.
Δίχως οίκτο.
Πάντα σε λάθος χρόνο.

Μόνο που τώρα πια
δεν φεύγαμε 
με δάκρυα στα μάτια,
μα με την αίσθηση εκείνη
που άφησαν τα χέρια μας
στο κορμί του άλλου,
κάνοντας
την επιθυμία της ολοκλήρωσης του κύκλου 
εντονότερη από την πραγματικότητα.

Τα σημάδια,
που μου άφησες στην ψυχή,
εκείνη την νύχτα
θα είναι αιώνια χαραγμένα 
και θα τα φροντίζω,
όπως έκανα με τα σεντόνια του κρεβατιού σου.
Θα τα αφήσω,
παρθένα και ανέγγιχτα 
μέχρι,
να μην χρειαστεί 
να στα ξαναφτιάξω.
Στο υπόσχομαι . 

Σάββατο 11 Ιουλίου 2015

Απόγνωση.

Όσα περισσότερα χρόνια
μένεις σε ένα σπίτι,
τόσο περισσότερη 
και η ασχήμια που χτίζεται σ'αυτό.

Σπάραξε το φως μέσα μου
και έγινε,
χίλιες δύο ακτίνες.
Χάθηκε στα πνευμόνια μου
και τσάκισε τα κόκαλα μου,
αφήνοντας μελανιές 
στους ανέπαφους 
τοίχους τις ψυχής μου. 

Σήμερα,
πέθανα λίγο παραπάνω 
κρατώντας την υπομονή μου γερά στα σκέλια.
Σήμερα,
σας σκότωσα όλους 
σβήνοντάς σας ένα τσιγάρο στην καρδιά,
γιατί θέλησα,
να μείνω μόνη για πάντα. 

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015

Ξέσπασμα.

Χρειάζεται να κλάψω.
Έχουν στεγνώσει τα μάτια μου,
νιώθοντας 
πως, 
ούτε συναισθήματα δεν μπορώ να παράγω πια.

Υπάρχουν όμως,
δύο παράμετροι 
που πρέπει
να λάβεις υπόψιν σου.

Εάν κλάψω
και ελαφρύνω λίγο την ψυχή μου,
θα έχεις το πλεονέκτημα
να τρέξεις μακριά
ώστε να σωθείς.
Θα είσαι από τους τυχερούς
που με είδαν,
και άντεξαν.

Εάν όμως ξεσπάσω,
και συνεχίσει το βάρος να υπάρχει,
τότε δεν θα σου αφήσω
άλλη επιλογή 
από το να σε τσακίσω.
Θα είσαι από τους άτυχους
που με είδαν,
και δεν έζησαν να δουν την συνέχεια. 

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2015

Ο,τι κι αν είσαι.

Εσύ είσαι η γη που πατάω 
και ο ήλιος που μισώ.
Είσαι η θάλασσα που αγαπώ
και η αλμύρα των μαλλιών μου.
Είσαι τα αποτσίγαρα μου 
και η στάχτη κάτω από το λάπτοπ.
Είσαι εκείνα τα σκονισμένα βιβλία
που δεν διάβασα ακόμη
και ο χθεσινός καφές 
που συνηθίζω να τον πίνω με την σκόνη.

Δεν είσαι αυτά,
που διαβάζω στο διαδίκτυο,
που τα βλέπω και τραβάω τα μαλλιά μου
ούτε εκείνες οι ερωτικές φωτογραφίες 
ούτε καν τα αποφθέγματα που ταυτίζεσαι.
Δεν είσαι,
ούτε οι ταινίες στην τηλεόραση 
ούτε ο φραπέ στο μπαλκόνι.

Είσαι,
δεν είσαι όμως,
εδώ υπάρχεις 
και ανθίζεις 
κάθε πρωινό στο μπαλκόνι μου. 

Δύο τετράστιχα δεν φτάνουν.

Καθώς χτυπούσα τον καφέ 
λίβας βαρύς ήρθε απ'το περβάζι,
και σάρωσε και έσκισε 
στο πρόσωπο σημάδι. 

Και το σημάδι έπεσε 
στου φλιτζανιού τον πάτο 
σα να ΄θελε να μου δείξει 
πως σε βυθό μεγάλο κολυμπάω.

Μόνο μην μου στερήσετε
τον καφέ και το τσιγάρο 
είναι καλύτερα αναλγητικά 
από αντικαταθλιπτικά να πάρω.

Τα στοχευμένα δεν μ'αρέσουν
κρύβουν την δυστυχία.
Μόνο στ' ακαθόριστα δρομάκια 

στεγάζει η ευτυχία .